Print this page
Среда, 06 Апрель 2016 05:41

Μονεμβασιά: Άπλετο φως, γη της σκέψης και των ποιητών, θάλασσα γεμάτη ιστορία και θρύλους

Στα μυστικά των βυθισμένων Πολιτειών της Πλύτρας και του Παυλοπετρίου αλλά και του μοναδικού ιστορικού – αρχαιολογικού μωσαϊκού του Δήμου Μονεμβασιάς μας «ταξιδεύει» η αρχαιολόγος Χρυσάνθη Γάλλου, η οποία ζει στη Μεγάλη Βρετανία και εργάζεται στο πανεπιστήμιο του Nottingham.

Η κα.Γάλλου, η οποία πέρα από την ακαδημαϊκή της ενασχόληση συνδέεται και με οικογενειακούς δεσμούς με την περιοχή, μας περιγράφει τα σημαντικότερα μέρη  της Μονεμβασιάς που παρουσιάζουν ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον, μας αποκαλύπτει τι δεν παραλείπει να κάνει όταν την επισκέπτεται ενώ στο ερώτημα τι την εντυπωσιάζει στη Μονεμβασιά, απαντά: «Ενέχει τα πάντα. Άπλετο φως, Γη της σκέψης και των ποιητών. Θάλασσα γεμάτη ιστορία και θρύλους.


Η γη της Μονεμβασιάς παρουσιάζει αρκετές ιδιαιτερότητες. Μερικές από αυτές είναι ο Βράχος της Καστροπολιτείας, το απολιθωμένο φοινικόδασος του Αγίου  Νικολάου, οι βυθισμένες Πολιτείες της Πλύτρας και του Παυλοπετρίου (έστω και αν η τελευταία ανήκει διοικητικά στο Δήμο Ελαφονήσου), κα. Τι σας προκαλεί ενδιαφέρον ως επιστήμονα από την ιστορία της Μονεμβασιάς και της ευρύτερης περιοχής της;

Ολόκληρη η χερσόνησος του Μαλέα αποτελεί ένα θαυμαστό κόσμο για κάθε αρχαιολόγο, καθώς η περιοχή αποτέλεσε από τα προϊστορικά ήδη χρόνια σταυροδρόμι και χωνευτήριο πολιτισμών. Σπήλαια, προϊστορικές πολιτείες, αρχαία λιμάνια, πειρατικά λημέρια, βυζαντινά μνημεία και μεσαιωνικές καστροπολιτείες δημιουργούν το μοναδικό ιστορικό-αρχαιολογικό μωσαïκό του Δήμου Μονεμβασίας. Αυτό που μου προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση είναι η ιστορική συνέχεια σε τούτο τον ευλογημένο τόπο, από τα σπήλαια της Εποχής του Λίθου, στις πολιτείες και τα νεκροταφεία της Εποχής του Χαλκού, στις Σπαρτιατικές περιοικίδες πόλεις της χερσονήσου, στα ρωμαϊκά λιμάνια, στα αμέτρητα βυζαντινά μνημεία και τις μεσαιωνικές καστροπολιτείες. Αντικείμενο της επιστημονικής μου μελέτης τα τελευταία χρόνια αποτελεί η ταφική παράδοση στην προϊστορική Λακωνία με επίκεντρο τους θαλαμωτούς τάφους στην περιοχή της Επιδαύρου Λιμηράς (συστάδες τάφων στον Άγιο Ιωάννη και κοντά στην αρχαία ακρόπολη). Η έρευνά μου δείχνει ότι σε αυτή την περιοχή οι Μυκηναίοι άρχισαν, για πρώτη φορά στην ηπειρωτική Ελλάδα, να κατασκευάζουν λαξευτούς θαλαμωτούς τάφους για τον ενταφιασμό των νεκρών τους, τους οποίους μάλιστα κτέριζαν με αγγεία και διάφορα άλλα αντικείμενα. Η μελέτη μου έχει ήδη κατατεθεί για δημοσίευση σε εκδοτικό οίκο της Οξφόρδης.

Επίσης, από τα φοιτητικά μου ήδη χρόνια είχα μαγευτεί από τα ευρήματα των ερευνών του 1968 στη βυθισμένη πολιτεία στο Παυλοπέρι. Το όνειρό μου να ερευνήσω τη βυθισμένη πολιτεία έγινε πρόσφατα πραγματικότητα καθώς πρωτοστάτησα στην οργάνωση και πραγματοποίηση του ερευνητικού προγράμματος Pavlopetri Underwater Archaeology Project, σε συνεργασία με συναδέλφους μου από το Πανεπιστήμιο του Nottingham, την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε).


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμφίβολα προκαλούν οι βυθισμένες Πολιτείες της Πλύτρας και του Παυλοπετρίου. Μπορείτε να μας πείτε επιγραμματικά τι συνέβη εκεί και τι θα συναντήσει κανείς εκεί σήμερα;

Η Πλύτρα που ταυτίζεται με την αρχαία Ασωπό, συνοικίστηκε για πρώτη φορά στην ύστερη Ελληνιστική περίοδο και, σύμφωνα με τον Παυσανία, υπήρξε αρχικά μέλος του Κοινού των Λακεδαιμονίων και εν συνεχεία του Κοινού των Ελευθερολακώνων. Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της χερσονήσου του Μαλέα, σημαντικός σταθμός του αυτοκρατορικού οδικού δικτύου και ασφαλές λιμάνι με εμπορικές σχέσεις με κέντρα της Μεσογείου. Η πόλη ήκμασε και κατά τους πρώιμους Βυζαντινούς χρόνους ενώ αναφορές σε αυτή γίνονται στο Συνέκδημο του Ιεροκλεους (6ος αι. μ.Χ.) και στο μεταγενέστερο Εκκλησιαστικό Τακτικό του Παρισινού Κώδικα της εποχής της Εικονομαχίας (726-842 μ.Χ.).

Μεγάλο τμήμα της αρχαίας πόλης είναι σήμερα καταβυθισμένο και υποθαλάσσια αρχιτεκτονικά λείψανα (συμπεριλαμβανομένων αψιδωτών κτηρίων) είναι ορατά στη θέση «Κόκκινες» και κατά μήκος της ακτής. Στην παραλία μπορεί να δει κανείς ταφικά κτίσματα, λείψανα κτηρίων και δύο λουτρικά συγκροτήματα (το ένα με μωσαϊκό διάκοσμο). Δίπλα στο σύγχρονο μώλο σώζεται υπόγειο, κτιστό ταφικό μνημείο τύπου columbarium. Αρχαιότητες έχουν έρθει στο φως και μέσα στον σύγχρονο οικισμό. Δυστυχώς έχει καταστραφεί σχεδόν εξ ολοκλήρου το αρχαίο θέατρο της πόλης, το οποίο σωζόταν σχεδόν ακέραιο το 1967 στην ανατολική πλευρά της μικρής χερσονήσου. Το θέατρο ήταν σχεδόν πανομοιότυπο με το θέατρο της αρχαίας Ιασού στην Μικρά Ασία. Τέλος, στα ΒΑ του αρχαιολογικού χώρου, στην περιοχή του αρχαίου λατομείου μπορεί κανείς να δει ανάγλυφο του Ηρακλή και ταφικά μνημεία με τυφλά αψιδώματα και εικονογραφικό διάκοσμο των ρωμαïκών χρόνων.      

Τα εκτεταμένα αρχιτεκτονικά λείψανα της προϊστορικής πολιτείας στο Παυλοπέτρι, της αρχαιότερης με τα μέχρι στιγμής δεδομένα βυθισμένης πολιτείας στον κόσμο, είναι ορατά σε βάθος περίπου 3-4 μέτρων, καθώς και επάνω στη νησίδα Παυλοπέτρι. Η ιστορία του οικισμού είναι συναρπαστική. Ο τόπος κατοικήθηκε για πρώτη φορά το 3500 π.Χ. και ήκμασε μέχρι και το τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ. Ο οικισμός εκτείνεται σε έκταση άνω των 60 στρεμμάτων και αποτελείτο από κτηριακά συγκροτήματα, μερικά με εσωτερική αυλή, και δρόμους. Ανάμεσα στα βυθισμένα κτήρια υπάρχει εκτεταμένο νεκροταφείο κιβωτιόσχημων τάφων, πιθανότατα των Μεσοελλαδικών χρόνων (π. 2000-1700 π.Χ), ακολουθώντας την σύγχρονη πρακτική του ενταφιασμού νηπίων και μικρών παιδιών εντός του οικισμού. Τα λείψανα τριών Μυκηναϊκών θαλαμωτών τάφων σώζονται κάτω από τις δύο μικρές ξέρες, ενώ στην παραλία της Πούντας μπορεί κανείς να δει εκτεταμένο προϊστορικό νεκροταφείο της 3ης και 2ης χιλιετίας π.Χ. Κατά τις αρχαιολογικές έρευνες ήρθαν στο φως ευρήματα που διαφωτίζουν την ιστορία του οικισμού και μας δίνουν σημαντικές πληροφορίες για την καθημερινή ζωή των προïστορικών κατοίκων. Μεγάλα πιθάρια και πλήθος άλλων αποθηκευτικών αγγείων χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση σιτηρών, λαδιού, κρασιού, ξερών σύκων και ελιών, παστών ψαριών και κρεάτων. Για τις καθημερινές εργασίες χρησιμοποιούσαν εργαλεία από οψιανό (ηφαιστειακό γυαλί) που τον εισήγαγαν από τη Μήλο, και από ντόπιους λίθους. Έχουν βρεθεί επίσης αγγεία (κύπελλα, κύλικες, προχοές κ.α.) για την φύλαξη και κατανάλωση κρασιού και άλλων υγρών, ηθμοί (σουρωτήρια) τα οποία πιθανώς να χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή κάποιου είδους αφεψήματος, διάφορα αγγεία για την κατανάλωση τροφής, αλλά και μικρά αγγεία διακοσμημένα περίτεχνα με μοτίβα από λουλούδια στα οποία φύλασσαν τα αρωματικά τους έλαια. Επειδή έχει βρεθεί μεγάλος αριθμός υφαντικών βαριδίων οι αρχαιολόγοι θεωρούμε ότι οι κάτοικοι, κυρίως οι γυναίκες και τα παιδιά, ασχολούνταν με την υφαντική και την παραγωγή βαρύτιμων υφασμάτων. Ο Λακωνικός Κόλπος και τα γειτονικά Κύθηρα (αρχαία Πορφυρούσα) ήταν πλούσια στο θαλάσσιο όστρεο πορφύρα, κατάλληλο για την παραγωγή της πολύτιμης πορφυρής βαφής. Είναι πιθανό ότι οι κάτοικοι του Παυλοπετρίου εκμεταλλεύονταν από τους προïστορικούς ήδη χρόνους τις φυσικές αυτές πηγές και παρήγαγαν την πολύτιμη πορφυρή βαφή για τη διακόσμηση των ενδυμάτων τους. Γεγονός είναι ότι η γεωργία, η κτηνοτροφία, η αλιεία και το ανταλλακτικό εμπόριο άνθισαν στην περιοχή ήδη από τους Πρωτοελλαδικούς χρόνους (π. 3200 π.Χ.), ενώ πολλά από τα αγγεία και διάφορα άλλα αντικείμενα, είτε εισαγωγές είτε απομιμήσεις, δείχνουν τις στενές σχέσεις που είχαν αναπτύξει οι προïστορικοί Παυλοπετρίτες με τα γειτονικά Κύθηρα, την Κρήτη, τις Κυκλάδες, το βορειο-ανατολικό Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Ο οικισμός φαίνεται να εγκαταλείπεται στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ., πιθανώς εξαιτίας ισχυρότατου σεισμού, και ξανακατοικήθηκε στους ιστορικούς χρόνους. Κατά τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή η περιοχή σχετίζεται με τη λατόμευση πωρόλιθου, την επεξεργασία πορφύρας και με αλατοπηγικές δραστηριότητες.

Το Παυλοπέτρι υπήρξε αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια του προïστορικού Αιγαίου καθώς ήλεγχε ένα από τα σπουδαιότερα και πολυσύχναστα θαλάσσια περάσματα της Μεσογείου και πρόσφερε ασφαλές αγκυροβόλιο κατά τον περίπλου του θρυλικού Καβομαλιά.


Ποια άλλα μέρη της Μονεμβασιάς και της ευρύτερης περιοχής της παρουσιάζουν ιστορικό/αρχαιολογικό ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι ευρέως γνωστά;

Δύσκολη ερώτηση, καθώς κάθε σπιθαμή γης στο Δήμο Μονεμβασίας έχει τη δική της μοναδική ιστορία και τη δική της αρχαιολογική-ιστορική σημασία. Θεωρώ ότι σημαντικότατος αρχαιολογικός χώρος που παραμένει σχετικά άγνωστος στο ευρύτερο κοινό είναι η Επίδαυρος Λιμηρά με τα προïστορικά νεκροταφεία και την ακρόπολη με τα εντυπωσιακά τείχη. Επίσης, το εκτεταμένο δίκτυο σπηλαίων με ενδείξεις κατοίκησης από τη Εποχή του Λίθου έως και τους μεταβυζαντινούς χρόνους, που ερευνούν τα τελευταία χρόνια αρχαιολόγοι της Εφορείας Σπηλαιολογίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Τέλος, τα θρησκευτικά μνημεία του Καβομαλιά που κατά την "επιχώριον παράδοσιν" ονομαζόταν το «Μικρόν Άγιον Όρος» ήδη το 1936, όπως μας παραδίδει ο τότε αρχιμανδρίτης Μελέτιος Γαλανόπουλος.  


Τι σας εντυπωσιάζει σήμερα από τη Μονεμβασιά; Τι θεωρείτε πως είναι μοναδικό τουλάχιστον σε σύγκριση με ό,τι έχετε μελετήσει ή δει;

Θα απαντήσω με μια φράση του Θαλή του Μιλήσιου, του πρώτου από τους επτά σοφούς της αρχαιότητος, «μέγιστον τόπος· ἅπαντα γὰρ χωρεῖ» (Τό μέγιστο πράγμα είναι ό τόπος, διότι χωρεί τά πάντα». Έτσι, για μένα η Μονεμβασιά ενέχει τα πάντα. Άπλετο Φως. Γη της σκέψης και των ποιητών. Θάλασσα γεμάτη ιστορία και θρύλους.


Ποια η σχέση σας με τη Μονεμβασιά; Ποια μέρη της δεν παραλείπετε να επισκέπτεστε, όταν βρίσκεστε σε αυτή;

Εκτός από τους ακαδημαïκούς δεσμούς, με τον τόπο με δένουν οικογενειακοί δεσμοί, δεσμοί αγάπης. Εκεί γνώρισα τον σύζυγό μου Σαράντο Μινώπετρο από τον Άγιο Νικόλαο Βοιών, κατά τη διάρκεια των αρχαιολογικών μου αναζητήσεων στην περιοχή. Το καταφύγιό μας είναι η Τσουμάλα με το άγριο τοπίο και τα θαλάσσια συντριβάνια στα Καδία. Περπατάμε ώρες ατελείωτες στην Αγιάτσα (τη «Σπιναλόγκα» της Λακωνίας), στο δάσος με τις αριές στον πίσω-Αγιώργη, στο εξωκοσμικό τοπίο της Αγίας Μαρίνας και στα μονοπάτια του θρυλικού Καβομαλιά με τα βυζαντινά εκκλησάκια και τα πειρατικά λημέρια. Τι πιο όμορφο, τι πιο υπαρξιακό από μια βουτιά στο Παυλοπέτρι το δειλινό και από το ξημέρωμα στην Αγία Ειρήνη με το απέραντο γαλάζιο να απλώνεται μπροστά σου;     


Δεδομένου ότι περνάτε μεγάλο μέρος του χρόνου σας στο εξωτερικό, μπορείτε να μας πείτε τρεις λόγους για τους οποίους θα προτείνατε την περιοχή του Δήμου Μονεμβασιάς για διακοπές σε ένα ξένο επισκέπτη;

Πρώτα και πάνω από όλα, οι άνθρωποι και η ασύγκριτη φιλοξενία τους. Όπου και να πας θα σε υποδεχτούν με ένα ζεστό χαμόγελο και ένα κέρασμα από καρδιάς. Η αρμονία των αντιθέσεων στο φυσικό τοπίο που δημιουργεί ανάταση ψυχής και σώματος. Και τέλος, ποιος μπορεί να αντισταθεί στα νοστιμότατα παραδοσιακά φαγητά και γλυκά (μεταξύ πολλών άλλων τσαΐτια, γκόγκλιες, γεμιστοί κολοκυθοανθοί, θαλασσινά, μακαρούνες, σαμουσάδες και αμυγδαλωτά) και σε ένα ποτήρι γλυκόπιοτο κρασί ντόπιας παραγωγής, απολαμβάνοντας ένα ρομαντικό ηλιοβασίλεμα και «ταξιδεύοντας» με τους στίχους του Ρίτσου και τα «Λόγια της Πλώρης» του Καρκαβίτσα.


Φωτογραφίες: Πανεπιστήμιο του Νόττινχαμ (Pavlopetri Underwater Archaeology Project), Χρυσάνθη Γάλλου



Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα

Η Δρ Χρυσάνθη Γάλλου-Μινωπέτρου γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε τις μεταπτυχιακές και διδακτορικές της σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Nottingham στη Μεγάλη Βρετανία όπου και αρίστευσε, υπό την επίβλεψη του καθηγητή William Cavanagh, με υποτροφίες του Greek Archaeological Committee (UK) και του Ιδρύματος Αφων Π. Μπάκαλα. Το 2012 εκλέχθηκε Λέκτορας Αιγαιακής Αρχαιολογίας και Διευθύντρια του Κέντρου Σπαρτιατικών και Πελοποννησιακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Nottingham. Τα επιστημονικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην αρχαιολογία του προïστορικού Αιγαίου, με έμφαση στην αρχαιολογία του θανάτου, την αρχαιολογία της παιδικής ηλικίας και την αρχαιολογία της ένδυσης, καθώς και στην ιστορία και αρχαιολογία της Σπάρτης και της Λακωνίας.
Έχει διοργανώσει πλήθος διεθνών συνεδρίων και συμποσίων (μεταξύ των οποίων και το Διεθνές Συμπόσιο Πολιτιστικής και Περιβαλλοντικής Κληρονομιάς και Τοπίου «Καβομαλιάς: Από το Ομηρικό στο Σύγχρονο Τοπίο», 2011) και έχει δημοσιεύσει τα πρακτικά τους. Πρόσφατα κατέθεσε για δημοσίευση μονογραφία σχετική με τα Μυκηναïκά νεκτροταφεία της Επιδαύρου Λιμηράς και την ταφική παράδοση στην προïστορική Λακωνία. Από το 2008 συμμετέχει ενεργά στην ενάλια αρχαιολογική έρευνα στη βυθισμένη προïστορική πολιτεία στο Παυλοπέτρι ως αποτέλεσμα της συστηματικής ενασχόλησής της με την ιστορία και αρχαιολογία της χερσονήσου του Μαλέα από το 2004. Στόχος της είναι επίσης να μεταφέρει τη γνώση της Ελληνικής ιστορίας και αρχαιολογίας στα παιδιά στην Ελλάδα και το εξωτερικό μέσω εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων και για το σκοπό αυτό έχει διοοργανώσει και πραγματοποιεί με επιτυχία εκπαιδευτικά προγράμματα σχετικά με την προϊστορική πόλη στο Παυλοπέτρι και με το συμβολισμό του πορφυρού χρώματος από την προϊστορία μέχρι σήμερα.
Ζει στο Nottingham με το σύζυγό της Σαράντο Μινώπετρο, ερευνητή-συγγραφέα παιδικών βιβλίων, ο οποίος κατάγεται από το φιλόξενο χωριό του Αγίου Νικολάου Βοιών.