Print this page
Среда, 06 Апрель 2016 05:36

Αναστασία Μουτσάτσου

Η Αναστασία Μουτσάτσου είναι μια από τις σημαντικότερες τραγουδίστριες της γενιάς της που έχει αφήσει το ξεκάθαρο στίγμα της στο ελληνικό τραγούδι. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Βελανίδια Λακωνίας, τα οποία σήμερα υπάγονται στο Δήμο Μονεμβασιάς.
Η Αναστασία Μουτσάτσου μιλάει στο monemvasia.gr για τα παιδικά της χρόνια στο χωριό, γι΄ αυτά που τη «σημάδεψαν» και για κείνα που την κάνουν να επιστρέφει.
Μιλά για τις γεύσεις που αγαπά, για τις μυρωδιές και τις εικόνες που έχει κρατήσει στην ψυχή της, προτείνοντας στον επισκέπτη «κρυμμένες» ομορφιές που δεν θα βρει κάποιος στους τουριστικούς οδηγούς της περιοχής. 
 
 
Τι θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια στα Βελανίδια; Ποια είναι η χαρακτηριστικότερη εικόνα που έχετε στο μυαλό σας;
 
«Είναι πολλά αυτά που θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια... Νομίζω πώς παρ’ όλη την ανέχεια που χαρακτήριζε εκείνα τα χρόνια, είμαι απ’ τους τυχερούς, κι εγώ και τ’ αδέρφια μου. 
Είχαμε δύο καλούς γονείς, έντιμους και συναισθηματικούς, γενναιόδωρους, από το υστέρημά τους, εργατικούς και απλούς σαν το νερό που κυλάει. 
Η μητέρα μου τραγουδούσε υπέροχα κι έχω μια εικόνα πολύ δυνατή, που έρχεται καμιά φορά στο μυαλό μου την ώρα που βρίσκομαι στη σκηνή και όχι μόνο...
Είναι εκείνη, μπροστά στο τραπέζι της κουζίνας, όπου ανοίγει φύλο για να φτιάξει πίτα και τραγουδάει, ντροπαλά, το «Τζιβαέρι»... 
Θυμάμαι  επίσης, έντονα τον ήχο της μηχανής του ελαιοτριβείου, που είναι κάτω από το σπίτι μας και δούλευε τους χειμώνες ο πατέρας μου, κάθε πρωί, αξημέρωτα, να ξεκινάει έντονα και να χαμηλώνει σιγά – σιγά, για να διαρκέσει όλη την ημέρα, μέχρι το πρώτο νύχτωμα πάλι και κείνον ανασκουμπωμένο. 
Θυμάμαι τις κωλοτούμπες στο ζεστό πυρήνα της ελιάς που στοιβαζόταν έξω από το ελαιοτριβείο, και τη μυρωδιά του, έντονη και γλυκιά, να μας κατακλύζει, εμένα και τους φίλους μου.  
Ακόμα θυμάμαι, τις εποχές να διαδέχονται η μια την άλλη και τα χρώματα  ν’ αλλάζουν, τη μυρωδιά του καπνού από τα τζάκια τη μυρωδιά απ’ το βρεγμένο χώμα και του φρέσκου σανού από τα κομμένα σπαρτά και τη θάλασσα πότε ήρεμη και πότε ανταριασμένη... 
Θυμάμαι ακόμα τον τρύγο, να πατάμε σταφύλια με την οικογένειά μου και να γελάμε, θυμάμαι τη μάνα μου στο μεσημεριανό διάλειμμα από το λιομάζωμα να μου μαζεύει άγρια μανιτάρια και να τα ψήνει στη χόβολη. 
Την αγάπη που μας περιέβαλε παρ’ όλη την αυστηρότητα – τα κορίτσια έπρεπε να είναι φρόνιμα - και τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή χωρίς στερήσεις...
Έχω, όπως μπορείτε να φανταστείτε, ένα εκατομμύριο «χαρακτηριστικές εικόνες», να σας περιγράψω κι όσο μεγαλώνω, έρχονται κατά κύματα... θα μας πάρει μέρες να μιλάω γι’ αυτές»....
 
 
 
Ποια στοιχεία από την παράδοση του τόπου σας πιστεύετε πως επηρέασαν περισσότερο την καλλιτεχνική σας ταυτότητα;
 
«Καταρχήν μεγάλωσα αγναντεύοντας το Μυρτώο, αυτό από μόνο του έχει απίστευτη δύναμη. 
Αυτή η σύνδεση με τη θάλασσα σε κάθε σου στιγμή, σε κάθε σου κίνηση... 
Κι αυτή η υπέροχη φύση, άγρια και τρυφερή μαζί και μετά η γλώσσα και η εκφορά του λόγου, μιλάμε λίγο τραγουδιστά εμείς εκεί, τονίζουμε έντονα τα νοήματά μας. 
Και φυσικά τα πανηγύρια μας με βιολιά και λαγούτα. 
Στην αυλή του σπιτιού μας, επειδή ήταν ίσως η πιο μεγάλη στο χωριό, γίνονταν τα πιο πολλά γλέντια κι εγώ πάντα παρούσα, είτε ξύπνια, είτε κοιμισμένη. 
Γιατί μετά από κάποια ώρα οι γονείς μου μ’ έβαζαν με το ζόρι να κοιμηθώ, ενώ το γλέντι συνεχιζόταν.
Νανουριζόμουν λοιπόν με το βιολί... 
Άντε τώρα να μην λατρέψεις τη μουσική και κυρίως το παραδοσιακό τραγούδι μετά από τέτοια «υπνοπαιδεία»...
 
 
Πηγαίνετε και σήμερα στα Βελανίδια; Ποια σημεία δεν παραλείπετε να επισκέπτεστε και ποιες παλιές συνήθειες φροντίζετε να ακολουθείτε;
 
«Πηγαίνω πάντα στα Βελανίδια, χειμώνα, καλοκαίρι, όποτε νοιώσω την ανάγκη και μπορώ. 
Και πάντα με την ίδια λαχτάρα, σαν να σκύβω στην πηγή να πιω νερό... 
Έχω πάντα μέσα μου την ίδια επιθυμία της επιστροφής κι αν η απόσταση το επέτρεπε, έτσι ώστε να μπορώ να δουλεύω και να ζω στο χωριό, θα το είχα κάνει χρόνια τώρα. 
Στα Βελανίδια για μένα ο χρόνος σταματάει.
Νιώθω σαν να μην έφυγα ποτέ και όλα όσα ως τώρα έχω καταφέρει μοιάζουν ασήμαντα. 
Ίσως γι’ αυτό κάθε φορά που επιστρέφω στον Πειραιά όπου ζω, έχω τη διάθεση να ξαναρχίσω από την αρχή. 
Συνηθίζω πάντα να περπατάω τον χειμώνα στα χωράφια και το καλοκαίρι, είμαι κάθε μέρα στη θάλασσα».
 
 
 
Ποια σημεία της περιοχής σας θα προτείνατε σε έναν επισκέπτη προκειμένου να γνωρίσει καλύτερα τον τόπο και τους ανθρώπους του;
 
«Τι να πω... δεν υπάρχει σημείο που να μην το αγαπώ και να μη μου δημιουργεί συγκίνηση.
Θα έλεγα πως το καλύτερο που έχει να κάνει κάποιος που θα έρθει πρώτη φορά, είναι να παραδοθεί στη γοητεία του τοπίου και ν’ αφήσει το ένστικτό του να τον οδηγήσει.
Όσο για τους ανθρώπους, είναι έτοιμοι να ανταποκριθούν στη θετική διάθεση του επισκέπτη και να τον αγκαλιάσουν».
 
 
Τι προτείνετε να δουν οι φίλοι σας που επισκέπτονται πρώτη φορά την περιοχή;
 
«Τους φίλους μου τους πάω πάντα στο «γιαλό», στον Αϊ Μύρο, που θεωρώ τοπίο μυστηριακό, στις «Πλατάνες», που περιμένεις να βγούνε τα ξωτικά, στο κτήμα μας στον Αϊ- Θόδωρο με την επιβλητική ησυχία»...
 
 
Ποια γεύση ξεχωρίζετε από την τοπική κουζίνα;
 
«Τρελαίνομαι για κολοκυθοανθούς γεμιστούς και καλιτσούνια με χόρτα άγρια. 
Λατρεύω τη γλυκιά κολοκυθόπιτα και τα λυχναράκια».
 
 
Ποια είναι η πρώτη λέξη που σας έρχεται στο μυαλό όταν ακούτε τη λέξη Μονεμβασιά;
 
«Η Μονεμβασιά στο μυαλό μου όταν ήμουν παιδί, ήταν τόπος μακρινός, άπιαστος. 
Ηχούσε πάντα μαγικά, γιατί εμείς απ’ το χωριό φεύγαμε σπάνια και πιο πολύ για σοβαρό λόγο... αρρώστια η χαρά... 
Την πρώτη φορά λοιπόν, μικρή ακόμα, που έφυγα από το χωριό ήταν μια εκδρομή στη «Μονεβάσια»... 
Τρελάθηκα, όταν την αντίκρισα, μου φάνηκε τεράστια σε σύγκριση με το χωριουδάκι μας, γεμάτη κόσμο, μαγαζιά και ζωή... 
Μια είναι η λέξη λοιπόν «Ταξίδι». 
Αλλά η Μονεμβασιά, έτσι κι αλλιώς είναι ένα ταξίδι στο χρόνο και στην ιστορία, επιβλητική, μαγευτική, φιλόξενη και έντονα ερωτική. 
Καταλαβαίνετε φαντάζομαι ότι λατρεύω τον τόπο μου, σε σημείο που οι φίλοι μου, μου κάνουν πλάκα… 
Για μένα παρ’ όλο που έχω γυρίσει όλη την Ελλάδα και έχω ταξιδέψει και στο εξωτερικό, δεν υπάρχει τόπος που να με συγκινεί τόσο βαθειά και να μου δίνει τέτοια πληρότητα. 
Κάθε φορά που φεύγω από ‘κει, ραγίζει η καρδιά μου, ειλικρινά! 
Ξέρω υπερβάλω, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς»… 
 
 
Έχετε στο πλάνο σας, φέτος, κάποια συναυλία στην ευρύτερη περιοχή της Μονεμβασιάς;
 
«Δεν έχω κάποια συναυλία φέτος εκεί κοντά, αλλά στο χωριό θα κατέβω έτσι κι αλλιώς. 
Πολύ απλά... θα γυρίσω στο σπίτι»!