Η βυθισμένη πολιτεία στο Παυλοπέτρι βρίσκεται μεταξύ της ακτής Πούντας (κοντά στη Νεάπολη) και της νησίδας Παυλοπέτρι, απέναντι από την Ελαφόνησο. Τα αρχιτεκτονικά λείψανα της προϊστορικής πολιτείας που είναι ορατά σε βάθος περίπου 3 μέτρων ανακαλύφθηκαν το 1904 από τον Φωκίωνα Νέγρη. Το 1967 επισκέφτηκε την περιοχή ο διάσημος ωκεανογράφος Δρ. Nicholas Flemming του Πανεπιστημίου του Southampton, ο οποίος δημοσίευσε και το πρώτο σχέδιο του βυθισμένου οικισμού. Το 1968 αρχαιολογική ομάδα από το Πανεπιστήμιο του Cambridge πραγματοποίησε την πρώτη συστηματική υποβρύχια χαρτογράφηση της βυθισμένης πολιτείας.

Από το 2009 πραγματοποιούνται συστηματικές έρευνες και ανασκαφές από το Πανεπιστήμιο του Nottingham, την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων του ΥΠ.ΠΟ.Τ. και το ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. (www.nottingham.ac.uk/pavlopetri)

Ο χώρος της βυθισμένης πολιτείας κατοικήθηκε οργανωμένα για πρώτη φορά το 3500 π.Χ., καθιστώντας την ως μία από τις αρχαιότερες βυθισμένες πολιτείες στον κόσμο. Η έκτασή της ξεπερνά τα 60 στρέμματα. Τα κτήρια διαιρούνται σε μικρότερους χώρους και, σε κάποιες περιπτώσεις, διαθέτουν εσωτερική αυλή. Διακρίνονται τουλάχιστον 6 προϊστορικοί δρόμοι. Τα βυθισμένα αρχιτεκτονικά λείψανα συνεχίζουν επάνω στη νησίδα Παυλοπέτρι όπου είναι ορατά ακόμα και σήμερα λείψανα αρχαίων τοίχων. Ανάμεσα στα βυθισμένα κτήρια υπάρχει εκτεταμένο νεκροταφείο κιβωτιόσχημων τάφων, πιθανότατα των Μεσοελλαδικών χρόνων, ακολουθώντας πιθανότατα την πρακτική του ενταφιασμού νηπίων και μικρών παιδιών εντός του οικισμού κατά την περίοδο αυτή. Στα όρια της πόλης, κάτω από τις δύο μικρές ξέρες, μπορεί να δει κανείς δύο Μυκηναϊκούς θαλαμωτούς τάφους. Στην παραλία της Πούντας βρίσκεται εκτεταμένο προϊστορικό νεκροταφείο λαξευτών τάφων της 3ης και 2ης χιλιετίας π.Χ.

Μεγάλου ενδιαφέροντος είναι τα πιθάρια και τα άλλα αποθηκευτικά αγγεία στα οποία οι προϊστορικοί κάτοικοι του Παυλοπετρίου αποθήκευαν τα σιτηρά τους, το λάδι και άλλα προϊόντα, όπως σύκα και ελιές, ψάρια και κρέας. Έχουν ανακαλυφθεί επίσης αγγεία που δείχνουν τις στενές σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή με τα Κύθηρα, την Κρήτη, τις Κυκλάδες και το βορειο-ανατολικό Αιγαίο. Τα εργαλεία από οψιανό (ηφαιστειακό γυαλί) από τη Μήλο είναι ενδεικτικά των σχέσεων που είχαν αναπτύξει οι προϊστορικοί κάτοικοι των Βατίκων με τα Κυκλαδικά νησιά από το 2800 π.Χ.

Η πόλη έφτασε σε μεγάλη ακμή κατά τους πρώιμους Μυκηναϊκούς χρόνους (15ος αι. π.Χ.). Στα πιθάρια και άλλα αποθηκευτικά αγγεία τα οποία έχουν βρει οι αρχαιολόγοι, οι Μυκηναίοι θα φύλασσαν τα προϊόντα που παρήγαγαν ή που εμπορεύονταν με άλλες περιοχές. Έχουν βρεθεί επίσης κύπελλα για την κατανάλωση κρασιού, μικρά αγγεία με διακόσμηση λουλουδιών, στα οποία φύλασσαν αρωματικά έλαια, ακόμα και ηθμοί (σουρωτήρια) τα οποία πιθανώς να χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή κάποιου είδους αφεψήματος.

Η ανακάλυψη μεγάλου αριθμού υφαντικών βαριδιών αποδεικνύουν την ενασχόληση των γυναικών και των παιδιών με την υφαντική και την παραγωγή πολύτιμων ενδυμάτων, δραστηριότητες που είναι γνωστές από τις πινακίδες Γραμμικής Β που έχουν βρεθεί στα Μυκηναϊκά ανάκτορα της Πύλου και της Κνωσού. Για τη διακόσμηση των ενδυμάτων θα χρησιμοποιούσαν βαφή από πορφύρα που παρήγαγαν στην περιοχή, όπως και στα γειτονικά Κύθηρα (αρχαία Πορφυρούσσα). Έτσι λοιπόν, οι κάτοικοι της προϊστορικής πολιτείας θα ασχολούνταν με την γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία, την υφαντική και την επεξεργασία της πορφύρας, καθώς και με το ανταλλακτικό εμπόριο ήδη από τους Πρωτοελλαδικούς χρόνους (3000 π.Χ.).

Ο οικισμός φαίνεται να εγκαταλείπεται το 1100 π.Χ. περίπου και τα νέα αρχαιολογικά στοιχεία μας δείχνουν ότι ξανακατοικήθηκε στους κλασσικούς και ελληνιστικούς χρόνους. Η Ρωμαϊκή και Βυζαντινή κεραμεική που βρέθηκε ίσως να σχετίζεται με την ενασχόληση των κατοίκων τόσο με τη λατόμευση πωρόλιθου όσο και με την επεξεργασία της πορφύρας, για την οποία είχε θεσπιστεί ειδικός φόρος από τον αυτοκράτορα Σέπτιμο Σεβήρο. Στα Ρωμαϊκά χρόνια ο χώρος της λίμνης Στρογγύλης (σημερινός υδροβιότοπος NATURA 2000) χρησιμοποιήθηκε από τους κατοίκους των αρχαίων Βοιών για την παραγωγή του πολύτιμου για την εποχή αλατιού.

Το Παυλοπέτρι αποτέλεσε την κυρίαρχη προϊστορική θέση στο νότιο τμήμα της χερσονήσου του Μαλέα και ένα από τα σημαντικότερα (αν όχι το σημαντικότερο) προϊστορικό λιμάνι της νότιας Πελοποννήσου, καθώς ήλεγχε την θαλάσσια κίνηση από τα λιμάνια της Νότιας Λακωνίας προς το Αιγαίο και την δυτική Μεσόγειο. Το στενό πέρασμα μεταξύ της Ελαφονήσου και των Κυθήρων αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα περάσματα της Μεσογείου, και μέσα από αυτό γινόταν η επικοινωνία μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Εκτύπωση