Print this page
Mittwoch, 06 April 2016 05:40

Ξένοι που ήρθαν, είδαν και έμειναν μόνιμα στο Δήμο Μονεμβασιάς

Είναι πολύ πιθανό ο επισκέπτης της Μονεμβασιάς, αφού περιπλανηθεί στα μυστικιστικά σοκάκια της Καστροπολιτείας ή «χαθεί» σε οποιαδήποτε γραφική διαδρομή, παραλία ή χωριό σε αυτή τη μοναδική «γωνιά» της Λακωνικής Γης, να αρχίσει τις αναζητήσεις και να μπει στον πειρασμό να πάρει τη μεγάλη απόφαση: να παρατήσει όλα όσα έκανε έως εκείνη τη στιγμή και να κάνει μια νέα αρχή στη ζωή του, σε αυτόν το μαγευτικό τόπο.

Όσο υπερβολικό και αν ακούγεται, έχει ήδη συμβεί. Όχι μία αλλά πολλές φορές…

«Ταξίδευα με τη μηχανή μου από τη Μάνη στην Χαλκιδική το καλοκαίρι του 2004, όταν συνάντησα έναν Ιταλό που είχε ένα σπίτι στο Μεσοχώρι. Μου πρότεινε να επισκεφθώ τη Νεάπολη και έτσι έκανα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα εκείνη, όταν ξύπνησα στο Μεσοχώρι για πρώτη φορά. Έκατσα στο μπαλκόνι του σπιτιού του φίλου μου, πίνοντας τον καφέ μου … και τότε συνειδητοποίησα ότι ήθελα αυτή η θέα να κρατήσει για πάντα. Το 2006 αγόρασα ένα σπίτι, το οποίο άρχισα να φτιάχνω κατά τη διάρκεια των διακοπών μου, ενώ περισσότερο χρόνο στο Μεσοχώρι άρχισα να περνώ από το 2012» λέει ο Paolo Triggiani από το Μιλάνο.

Αν και περνά τον περισσότερο χρόνο του στο Μεσοχώρι, ο Paolo δεν μένει μόνιμα εκεί, μια και το γεγονός ότι η οικογένεια του και το εισόδημα του είναι στην Ιταλία, τον υποχρεώνουν να επιστρέφει στην πατρίδα του τρεις με τέσσερις φορές τον χρόνο, εκ των οποίων μερικές φορές διαμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Κι αν ο Paolo εξακολουθεί να βρίσκεται μεταξύ Μεσοχωρίου και Μιλάνου κατά τη διάρκεια του έτους η Ελβετίδα Isabelle Sonnard Giannou «ρίζωσε» στο «Πέτρινο Καράβι» του Ρίτσου, στο βράχο της Καστροπολιτείας της Μονεμβασιάς από το 2004, όταν – όπως λέει – την πρωτοσυνάντησε με το σύζυγο της, Χρήστο Γιάννου, «σε ένα δείπνο σε μια υπέροχη βεράντα με θέα τη θάλασσα και με φόντο την πανσέληνο». 

«Δεν νομίζω ότι ο Χρήστος και εγώ επιλέξαμε τη Μονεμβασιά, η Καστροπολιτεία μας επέλεξε! Ερωτευτήκαμε το μέρος και κάναμε ότι ήταν δυνατό, μόλις επιστρέψαμε από τη Γενεύη, προκειμένου να κάνουμε πραγματικότητα το όνειρο μας. Να ζήσουμε εδώ, χωρίς να ψάξουμε τίποτα άλλο. Ξέραμε ότι εδώ ήταν το μέρος που θέλαμε να αγκυροβολήσουμε» υποστηρίζει η Isabelle, εκ των μονίμων κατοίκων της Καστροπολιτείας και ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου Μονοπάτι, η οποία τονίζει ότι αν και έχουν περάσει 11 χρόνια, εκείνη και ο σύζυγος της εξακολουθούν να τελούν υπό την επήρεια της γοητείας της Καστροπολιτείας.

Μένουμε… Μονεμβασιά
«Γιατί στη Μονεμβασιά; Πάνω από όλα για την ηρεμία της. Είναι ένα μέρος απαλλαγμένο από τους εξωφρενικούς ήχους των αυτοκινήτων και των μηχανών, κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο στις μέρες μας και ειδικά για τον Χρήστο, ο οποίος έζησε σε πολεμικές ζώνες ως χειρούργος για πολλά χρόνια. Για τον πλούτο της ιστορίας της, για τα κελαηδίσματα των πουλιών με το πρώτο φως της ημέρας. Για την ομορφιά της που μας εμπνέει, για τους ανθρώπους που μας περιβάλλουν: είτε είναι οι γείτονες μας είτε οι επισκέπτες, αυτοί που περνούν από την Καστροπολιτεία» λέει η Isabelle.

Αυτήν την ηρεμία και την ομορφιά επικαλείται και ο Paolo.

«Καθώς μεγάλωνα, άρχισα να αναρωτιέμαι εάν σπαταλούσα τη ζωή μου, τρέχοντας κάθε μέρα στο γραφείο, ελπίζοντας στο Σαββατοκύριακο και στις καλοκαιρινές διακοπές των 20 ημερών στην Ελλάδα. Η απάντηση που τελικά έδωσα ήταν ναι, σπαταλούσα τη ζωή μου κάθε ημέρα και από λίγο. Επίσης συνειδητοποίησα ότι ξόδευα χρήματα για μια σειρά από πράγματα που στην πραγματικότητα δεν χρειαζόμουν. Τα περισσότερα είχαν να κάνουν με το τι η τηλεόραση και τα media μας έλεγαν ότι πρέπει να αγοράσουμε. Κατάλαβα ότι χρειάζομαι λίγα πράγματα για να είμαι ευτυχής (ή δυστυχής) και ότι όλα αυτά θα μπορούσα να τα βρω εδώ. Αποφάσισα να νοικιάσω το σπίτι μου στην Ιταλία, κάτι που θα μου έδινε αρκετά χρήματα για να επιβιώσω στη Νεάπολη, μια και το κόστος ζωής είναι χαμηλότερο εδώ από ότι στο Μιλάνο, ενώ παράλληλα θα είχα τη δυνατότητα να απολαύσω δωρεάν μια σειρά από πράγματα, όπως ο ουρανός, ο ήλιος, τα αστέρια, η θάλασσα, τα ζώα, όλα αυτά για τα οποία θα έπρεπε να πληρώσω τουλάχιστον στο μέρος από όπου προέρχομαι» λέει ο Paolo.

Όπως επισημαίνει, αν και οι μεγάλες πόλεις σου προσφέρουν αρκετές δυνατότητες για διασκέδαση και για οτιδήποτε μπορεί να θελήσεις, θα πρέπει να μπορείς και να τα πληρώσεις.

«Αλλά εάν χρειάζεσαι χρήματα, τότε θα πρέπει να πουλήσεις τον χρόνο που χρειάζεσαι για να τα απολαύσεις όλα αυτά» τονίζει ο Paolo, ο οποίος με ιδιαίτερη χαρά αναφέρει ως παράδειγμα ότι το Μεσοχώρι απέχει μόλις 10 λεπτά από τη Νεάπολη, όταν για να φτάσεις στο γραφείο σου στην πόλη θέλεις τουλάχιστον μια ώρα.

Μια άλλη, απλή και ξεχωριστή καθημερινότητα

Κύρια δραστηριότητα ή καλύτερα χόμπι του Paolo είναι το ψάρεμα και το ψαροντούφεκο.

«Το κύριο hobby μου είναι να ψαρεύω, κυρίως για να καλύπτω τις δικές μου διατροφικές ανάγκες. Φροντίζω το σπίτι μου και μερικές φορές βοηθώ τους φίλους μου σε άλλες δουλειές, όπως π.χ. στο μάζεμα της ελιάς. Αυτό με κρατά απασχολημένο. Ποτέ δεν βαριέμαι, με εξαίρεση τον Φεβρουάριο και το Μάρτιο. Αυτοί οι δύο μήνες είναι λίγο βαρετοί… αλλά πίστεψε με όταν σου λέω, ότι δεν μπορείς να αντιληφθείς πόσο θλιβερές είναι οι ημέρες του χειμώνα στο Μιλάνο» λέει ο Paolo, υπογραμμίζοντας πως με τα έσοδα από το ενοίκιο του προσπαθεί να ζει μέρα με την μέρα.
Για την Isabelle, η οποία «τρέχει» το ξενοδοχείο της, προέχει καθημερινά η εξυπηρέτηση και η φροντίδα των φιλοξενούμενων της.
«Μου αρέσει να αρχίζω την ημέρα μου με μια βουτιά στο νερό του Portello. Κατόπιν αρχίζω να περιποιούμαι τους φιλοξενούμενους μου, καθαρίζοντας και τακτοποιώντας τα δωμάτια έτσι ώστε όλα να είναι στην εντέλεια. Κάνω τα ψώνια μου στη Γέφυρα και φροντίζω να πίνω έναν καφέ μιλώντας με τους φίλους μου. Μου αρέσει να διαβάζω, καθώς είναι ένας τρόπος να ταξιδεύεις και να μαθαίνεις για άλλους τόπους και πολιτισμούς. Καμιά φορά νιώθω «κολλημένη» πάνω στο βράχο, ακίνητη κατά κάποιο παράξενο τρόπο, αλλά άπαξ και βρεθώ στο σπίτι, όλα τα υπόλοιπα παραμερίζονται» λέει η Isabelle, η οποία δεν χάνει ευκαιρία να παροτρύνει τους ενοίκους του ξενοδοχείου της να επισκεφθούν τα αξιοθέατα της ευρύτερης περιοχής και να απολαύσουν και να γευθούν τα τοπικά προϊόντα.

«Ξέρω πολύ καλά την περιοχή και ποτέ δεν χάνω την ευκαιρία να προτείνω στους φιλοξενούμενους μου τι μπορούν να κάνουν, όπως για παράδειγμα μια επίσκεψη στο νερόμυλο στα Τάλαντα το πρωί της Κυριακής, ή το να πάνε στο Λιμάνι του Γέρακα για φρέσκο ψάρι ή να επισκεφθούν το σπήλαιο της Καστανιάς», τονίζει η Ελβετίδα κάτοικος της Καστροπολιτείας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της φτιάχνει μαρμελάδες και σαπούνια, μαζεύει κάπαρη και ρίγανη και άλλα άγρια αγαθά ενώ παράλληλα δεν χάνει ευκαιρία να ανακαλύψει την περιοχή.

Ο τόπος, οι άνθρωποι και το φιλότιμο

Ιδιαίτερη αναφορά στους ανθρώπους της Μονεμβασιάς για τη ζεστασιά και την φιλοξενία τους κάνουν τόσο ο Paolo όσο και η Isabelle, η οποία μάλιστα νιώθει την επιθυμία να ευχαριστήσει όλους εκείνους που έδειξαν «υπομονή» στην προσπάθεια της να μάθει τα ελληνικά.

«Εν κατακλείδι, η Μονεμβασιά είναι για μένα ένα κόσμημα που απαιτεί μεγάλη προσοχή. Είναι ένα μέρος γεμάτο ιστορία, όπου η αισθητική κυριαρχεί, όπου οι γεμάτες αστέρια νύχτες είναι αξέχαστες, και η γαλήνη καθιστά τον τόπο μοναδικό. Οι άνθρωποί του είναι ζεστοί και φιλόξενοι. Ελπίζω ότι θα κάνουμε ό, τι είναι δυνατόν για να κρατήσουμε την αυθεντικότητα μας και να μην γίνουμε σαν άλλα μέρη στην Ελλάδα, γιατί Μονεμβασιά είναι μοναδική και η ψυχή της πρέπει να σωθεί.  Αυτή η γοητεία, ανεξαρτήτως του χρόνου, είναι το κύριο πλεονέκτημα της. Θεωρώ τον εαυτό μου προνομιούχο που μπορώ να ζω στην Καστροπολιτεία» υποστηρίζει η Isabelle ενώ ενδεικτική είναι και η περιγραφή του Paolo.

 «Καθ’όσον γνωρίζω, αυτό το μέρος που ονομάζεται «Δημοκρατία της Νεάπολης» μπορεί να σου προσφέρει πραγματικούς ανθρώπους. Πουθενά στην Ελλάδα δεν βρήκα τόση φιλοτιμία όσο εδώ. Από την πρώτη στιγμή που ήρθα εδώ, ακόμα και αν δεν ήξερα κανέναν, ποτέ δεν ένιωσα μόνος. Στο Μιλάνο ήξερα τόσους πολλούς, αλλά ήμουν πάντα μόνος. Όταν το σπίτι μου ήταν κυριολεκτικά ερείπιο, μια και δεν είχε παράθυρα, πόρτες, κάθε ημέρα κάποιος μου έδινε και κάτι, έναν φούρνο, κουβέρτες, φαγητό, τα πάντα. Όταν άφησα το Μιλάνο, το μόνο πράγμα που με ρώταγαν ήταν: τι θα κάνεις με την τηλεόραση και τα ρούχα σου; Μπορώ να τα έχω;. Ξέρεις δεν υπάρχει μετάφραση της λέξης φιλοτιμία στα ιταλικά. Μάντεψε γιατί» επισημαίνει ο Paolo.